Μεθεπόμενη

(σχεδόν βασισμένο σε αληθινά γεγονότα)

…και λέει
– Ρε δεν την πολυπαλεύω. Έχει γαμηθεί και ο καιρός τελείως, έβγαλε ψύχρα και είναι ακόμη χειρότερα. Τουλάχιστον πίνουμε ουίσκι. Δεν είναι καλό αυτό το πότισμα, βέβαια, γιατί μεγαλώνουν οι ρίζες μου. Πηγαίνουν όλο και πιο βαθιά λες και ψάχνουν κάτι θαμμένο στα 200 – και βάλε – μέτρα. Τι το μαγικό μπορεί να βρουν πέρα από σκουλήκια, κόκαλα, κάρβουνα (που κάποιοι ελπίζουν να γίνουν διαμάντια σε 1.000.000 χρόνια αλλά παραμένουν κάρβουνα), συνειδήσεις και υπονόμους; Ρίζες, ρίζες, ρίζες. Γαμημένες ρίζες… Τελοσπάντων, εγώ έβραζα ολόκληρος και κάποιοι έβλεπαν κάτι που γινόταν με το φεγγάρι. Ποτέ δε μ’ ένοιαζε το φεγγάρι, το σύμπαν, τα άστρα. Είναι ακριβώς όσο μακριά χρειάζεται για να μη με νοιάζει. Δεν γούσταρα και να το δω. Έτσι από αντίδραση, ξέρω ‘γω. Και νερό, λέει, στον Άρη. Χαμός στο σύμπαν…. Θα πεις τίποτα; Μου θυμίζεις αυτήν την περίεργη από κάτω που κάθε φορά που την/ς λέω «καλημέρα» σφίγγει την τσάντα της και κοιτάει στο πάτωμα. Γιατί να το κάνει άραγε; Ούτε λόγος για το να μπει στο ασανσέρ μαζί μου. Είναι μικρό, κλειστοφοβικό (αν είσαι κλειστοφοβικός), και ψιλοκουνάει (είσαι δεν είσαι μεθυσμένος)…. Έτσι που λες. Αυτήν μου θυμίζεις. Τι στο διάολο φοβάσαι; Όσο πιο τρομοκρατημένος φαίνεσαι τόσο πιο απόμακρος δείχνεις. Ο φόβος τρέφει την απάθεια άλλωστε… Να σου πω και κάτι άλλο; Έχει αρχίσει να μου τη δίνει η διαδρομή μου. Μετρημένα βήματα, ίδιες κινήσεις στα σκαλάκια, ίδιες κινήσεις στον όροφο. Ειδικά όταν είμαι μόνος. Βαρέθηκα να εξωραΐζω την μοναξιά. Σκατά είναι. Σαν εφιάλτης όσο δεν ξέρεις ότι είναι εφιάλτης… Πφφ, θα σκάσω. Θα πεις τίποτα;
– Βασικά μην τρελαίνεσαι. Είναι απλά η επόμενη μέρα.
– Μεθεπόμενη είναι…

Τέλοσπάντων, πόσο γαμάτα ήταν το καλοκαίρι στο θησείο;

Δε γαμιέται…

Έχω μοιράσει την ύπαρξή μου σε ύλη και αέρα, 
σε στιγμές και αποτρόπαια εγκλήματα κατά της νηφαλιότητας,
σε καπνούς, καλώδια και σαββατόβραδα.

Πότε το ένα, πότε το άλλο.
Λίγο το ένα, λίγο το άλλο.

Ήμουν κάπως μεθυσμένος και δε θυμάμαι τι με ρώτησες.
Θυμάμαι, όμως, ότι η απάντησή μου ήταν «εννοείται».

Τι να εννοείται όμως;
Τίποτα δεν εννοείται.
Όλα εξαρτώνται από ένα «τώρα», ένα «διότι», ένα «δε γαμιέται».
Ναι! Σίγουρα από ένα «δε γαμιέται».
Και κάθε φορά που το λέω, νιώθω όλο και πιο ωραία.
Σαν βλέμμα που καίει. Σαν σάλιο που μυρίζει ρούμι. Σαν θρυψαλιασμένη βιτρίνα στην Τσιμισκή.
Μαγικό!

Ανοιγοκλείνω το συρτάρι με τα προσωπικά μου αντικείμενα περίπου τρεις με τέσσερις φορές την ημέρα. Κλειδιά, τετράδια, στυλό, τζιβάνες, προφυλακτικά, σημειώσεις για σένα, σημειώσεις για μένα.
Τις περισσότερες φορές δεν παίρνω τίποτα. Μάλλον το ανοιγοκλείνω, έτσι, για την ασφάλεια.
Να ξέρω ότι όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν και να μη χρησιμοποιήσουν.
Έτοιμα να θυσιαστούν για μένα. Ωραίο συναίσθημα δεν είναι;

Άνοιξε-κλείσε, όμως, το συρτάρι χάλασε.

Μάντεψε…

Δε γαμιέται κι αυτό;

Πέμπτη, 3-4 το βράδυ

Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο είναι μαγευτικά. Φανάρια, εκκλησίες, μπάτσοι, προποτζίδικα, ATM, αφίσες που «πέρασαν», κάδοι. Όλα στη θέση τους. Ή στο πόστο τους. Είναι, όμως, κάπως «δημιουργικά» ε? Σε τροφοδοτεί αυτή η μαγική σκατίλα. Αυτή η σκατένια μαγεία.

Που και που μπορεί να συμβεί και κανένα γεγονός.

Πέμπτη, 3-4 το βράδυ.

Στο δρόμο που μένω, ένας τύπος με μηχανή χτύπησε έναν σκύλο. Μεγάλου σχετικά μεγέθους, χρώματος μαύρου (με λίγο άσπρο στα πόδια, αν θυμάμαι καλά), ηλικίας (φαντάζομαι) πάνω από 6 ετών και με βλέμμα σαν αυτό που μου λένε οι φίλοι μου πως θα μου ταίριαζε -λίγο βλαμμένοβαρεμένοαλλάκαικουλταυτόχρονα. Αρκετά συμπαθής σκύλος δηλαδή.

Το πήρα χαμπάρι όταν άκουσα «το σκυλί δείτε ρε μαλάκες» (με προφορά που αντί για «… ρε μαλάκες» θα ταίριαζε περισσότερο το «… ρε μπλιετ»). Ήταν ο από κάτω μου. Βασικά, κάποιος από το απόκάτωμου διαμέρισμα. Δεν έμαθα ποτέ πόσα μέλη είχε αυτή η οικογένεια. Με καναδυό , πάντως, το «τι λέει φίλε;» το λέγαμε. Έφυγαν προχθές. Κρίμα. Θέλω μετανάστες γείτονες.

Με τα πολλά, κατεβήκαμε κάτω γύρω στα 4 άτομα από τις τριγύρω πολυκατοικίες και ήταν εκεί άλλα 2 που δούλευαν στον φούρνο στη γωνία. Και ο φούρναρης. Κλασικός φούρναρης. Αρκετά συμπαθής φούρναρης δηλαδή. Έδωσε και το αυτοκίνητό του για να μεταφερθεί ο σκύλος στο εφημερεύον κτηνιατρείο. Τσοντάραμε όλοι λεφτά. Νομίζω ότι το κτηνιατρείο μας ζήτησε 70. Άλλος δέκα, άλλος 7, εγώ 8, 20 ο από κάτω μου. Αυτός από τους πρώην από κάτω μου. Αφού έφυγε το αμάξι, αποφασίσαμε να φύγουμε κι εμείς. (σημείωση: Ο σκύλος είναι σε σπίτι τώρα και νομίζω είναι καλύτερα)

Την ώρα που φεύγαμε, λοιπόν, κάποιος (από τους εργαζόμενους του φούρνου) είπε «ταπί είμαι γαμώ το μνημόνιό μου μέσα. Μαλάκα τσίπρα». Δεν έχασα ευκαιρία κι απάντησα «Δεν είναι ο τσίπρας μαλάκας. Η εξουσία είναι μαλακισμένη.»

Ικανοποιημένος από το πολιτικό φινάλε μου ανέβηκα και συνέχισα με Sage Francis «Crack Pipes».

ΥΓ: Που σκατά μπορεί κάποιος να σε βρεί;