ΤΝΤ – Κατασκήνωση Αίματος (Στίχοι)

Την λέγαν Πάμελα, ήταν μόλις 16
πρώην μαγείρισσα μέσα στην κατασκήνωση
13 Ιούνη 1946
μ’ έφερε στον κόσμο στην λίμνη «κρυσταλλική».
Δε πήγαν όλα καλά – εγκεφαλική ανωμαλία
γεννήθηκα με υδροκεφαλία
Λόγω παραμόρφωσης δε γνώρισα σχολεία
παιδεία υπό της μάνας την προστασία.
Μεγάλωνα κι όσο μεγάλωνα με τ’ άλλα παιδιά μάλωνα
στην κατασκήνωση με κοροϊδεύανε, με δείχνανε
Ήτανε άδικο, νευρίαζα και σκάλωνα
Πως να καταλάβουνε έναν πόνο που δεν είχανε;
Θυμάμαι ήταν 1957
τη νύχτα που νευρίασα για τελευταία φορά.
Ήθελα ν’ αποδείξω πως θα δαμάσω την θάλασσα
μα στην κατάστασή μου δε χωρούσανε αυτά.
Παρασκευή και 13 ποτέ σου να μην κοιμηθείς
Παρασκευή και 13 θα σε κάνω να θυμηθείς
Παρασκευή και 13 από τα μέρη μου σαν ‘ρθεις
Παρασκευή και 13 να εύχεσαι να μη με δεις
Και έμεινε η μάνα μου να ρωτάει για μένα
Ποτέ δεν έκλαψε και γέμισε απωθημένα
Ότι της είχε τύχει ήταν στραβό από την γέννα
Αίμα ήθελε αίμα ζήταγε αίμα
Φωνές της λέγανε να σκοτώσει να εκδικηθεί
«Φταίνε για τον γιο σου οι ομαδάρχες δεν προσέχαν»
Ένα χρόνο αφότου χάθηκα ήταν εκεί
Τριγυρισμένη απ’ τα πτώματα αυτών που ‘φταίγαν
Η κατασκήνωση έκλεισε «κατασκήνωση αίματος»
ονομάστηκε από τους γνωρίζοντες του θέματος
Προσπάθησαν να την ξανανοίξουν πολλές φορές
Μα η Πάμελα δηλητηρίαζε έβαζε φωτιές
Ώσπου μια μέρα το 1980
Οχτώ ομαδάρχισσες γυρίσανε να ανοίξουνε την πόρτα
Η μάνα μου εκδικήθηκε 7 από τις 8
Μα η τελευταία μπροστά μου της έκοψε το λαιμό.
Παρασκευή και 13 ποτέ σου να μην κοιμηθείς
Παρασκευή και 13 θα σε κάνω να θυμηθείς
Παρασκευή και 13 από τα μέρη μου σαν ‘ρθεις
Παρασκευή και 13 να εύχεσαι να μη με δεις
Μετά 2 μήνες η αναβίωση μου
Ήτανε γεγονός καθώς μεγάλωνε η οργή μου
Έψαχνα το άτομο που πήρε απ’ τη ζωή μου
Το μόνο άνθρωπο που αγάπησε την ύπαρξή μου
Τη βρήκα πρώτη φορά μου σκότωνα – τη σκότωσα
Χάρισμα που απ’ τη γλυκιά μου κληρονόμησα
Το δάσος ήταν καταφύγιο και χώρος φύλαξης
Ανθρώπων που δεν τους έδινα λόγο συνύπαρξης
Η κατασκήνωση πια είχε ερημώσει
Επί 30 χρόνια κανείς δεν είχε ζυγώσει
Τρεφόμουνα από την εκδίκηση που είχε ριζώσει
Στο μυαλό μου για όποιον άνθρωπο με είχε πληγώσει
Κι έτσι τα χέρια μου μοιάζαν μαχαίρια
Κι έτσι έμεινα μόνος καλοκαίρια
Έμεινα μόνος, τόσο μόνος, τόσο αντικοινωνικός
Που κρυβόμουνα και από τα αστέρια
Παρασκευή και 13 ποτέ σου να μην κοιμηθείς
Παρασκευή και 13 θα σε κάνω να θυμηθείς
Παρασκευή και 13 από τα μέρη μου σαν ‘ρθεις
Παρασκευή και 13 να εύχεσαι να μη με δεις
30 χρόνια μετά το 20 10
στο δάσος κατασκήνωσαν κάποιοι χωρίς αιτία
Αμέσως την ξεχώρισα την αναγνώρισα
Ήτανε η μάνα μου και δεν χωράει αμφιβολία
Χωρίς να το σκεφτώ τους σκότωσα – το σκέφτηκα
Εκτός από το μόνο άτομο που ερωτεύτηκα
Ήτανε λίγο πιο μικρή μα ήταν αυτή
«Μανούλα μη φοβάσαι πια θα είμαστε μαζί»
Έξι βδομάδες κράτησε αυτή η στιγμή
Ήρθανε να σε πάρουνε μα νιώσαν τη λεπίδα μου
Την ίδια λεπίδα που σου είχε κόψει τη φωνή
Την ίδια λεπίδα που είχα από τότε για πυξίδα μου
Κάποιος σε έλυσε το πλήρωσε και τέλειωσε
Λόγια αγάπης πρόφερες και είδες δάκρυα μου
Ήρθαμε πιο κοντά και η λεπίδα μου έπεσε
Τη σήκωσες και έπειτα τη χάρισες στην καρδιά μου.
 
 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s