Τραγούδα το Χθες

Ρώτα το τώρα, τραγούδα το χθες

όταν η καύτρα γίνει στάχτη

Μόνος μέσα στου πλήθους τη ράχη

υπάρχεις

σταμάτα να ψάχνεις αν φταις…

Οι ρητορείες σκοπεύουν στην παύση

οι μαθητές φοβισμένοι ρωτούν

με νιώτη στη τσάντα, αριστούχοι στη δράση

όταν οι καθηγητάδες σιωπούν…

Η θλίψη άργησε 38 χρόνια

 Άλλη μία κουραστική βάρδια είχε μόλις τελειώσει και ο J.F, μετά από ένα τέταρτο της πιο συνηθισμένης του διαδρομής, έφτασε στο διαμέρισμά του.

Ο J. Frau είναι ένας καθημερινός άνθρωπος – θα έπαιζε με ευκολία τον ρόλο του «ανθρώπου της διπλανής πόρτας» – με όψη δυστυχώς ή ευτυχώς συνηθισμένη. Η αλήθεια είναι πως τον τελευταίο καιρό η κούραση από το φόρτο της δουλειάς του (κάτι σαν το δεξί χέρι του διευθυντή) στην εθνική τράπεζα, είχε αρχίσει να διαγράφεται στο πρόσωπό του. Είναι ο άνθρωπος που, για παράδειγμα αν κάποτε συλλαμβανόταν για κάτι όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας θα έλεγαν «Ήταν πολύ καλό παιδί, δεν προκάλεσε ποτέ και κανέναν» και «Ποτέ μου δεν περίμενα από τον Jerry κάτι τέτοιο. Φαινόταν τόσο μα τόσο καλόψυχος». Εδώ που τα λέμε, έτσι ήταν. Ποτέ του δεν ενόχλησε κανέναν, αντιθέτως πάντα και με όλους ήταν ευγενικός.

 Υπήρξε άριστος συλλέκτης στην ζωή του με έφεση μάλιστα στα σπάνια βαλσαμωμένα ερπετά (σαύρες, φίδια, νεογέννητες χελώνες και άλλα πολλά). Το γιατί έτρεφε τόσο μεγάλο θαυμασμό γι’ αυτή του τη συνήθεια, όμως, ακόμα το αναρωτιέται, παρόλο που αρκετές φορές πείθεται από το ότι του έγινε απλά υποσυνείδητη λατρεία, βλέποντας χιλιάδες βαλσαμωμένα ζώα στο πατρικό του και σε σπίτια οικογενειακών φίλων. Παλιότερα, όταν ο ελεύθερος χρόνος του ήταν περισσότερος, είχε και το χόμπι της συγγραφής. Έγραφε διάφορα δοκιμιακά κείμενα, μερικά από τα οποία δημοσίευε σε τοπική εφημερίδα και άλλα στόλιζαν την βιβλιοθήκη του (Λουδοβίκου 14ου παρακαλώ).

 Αυτό που πραγματικά τον έκανε ευτυχισμένο ήταν το ότι ποτέ δεν ένιωσε θλίψη (με μερικές εξαιρέσεις περιστασιακής λύπης όπως πριν από ένα εξάμηνο περίπου που χώρισε με την M. Simian, κόρη του διευθυντή του). Ποτέ. Ήταν γεμάτος από όμορφες στιγμές, καθημερινές έως και εξέχουσες, από απλές εξόδους με συνεργάτες-φίλους μέχρι τεράστιες επαγγελματικές επιτυχίες (μην ξεχνάμε την μόνιμη ενασχόλησή του με το χρηματιστήριο).

 Παρότι φαινόταν κάπως μοναχικός στους περαστικούς, στην πραγματικότητα είχε πολλές διασυνδέσεις με σοβαρές και πετυχημένες προσωπικότητες όπως τον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας (ο οποίος λόγω της κοινής τους αγάπης για την ιππασία εξελίχθηκε σε έναν από τους καλύτερους φίλους του), την Κυρία  Laureen (διευθύντρια της εφημερίδας «The Times»), τον Antony Sigel (υπαρχηγό της αγγλικής αστυνομίας) και άλλους. Γενικότερα ο κύκλος του απαρτιζόταν από ευγενείς οικογένειες και από κύριους και κυρίες με ανάλογες καριέρες.

Η ημέρα ήταν Παρασκευή και το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 4.25’. Το βλέμμα του 38χρονου Jerry έπεσε πάνω σε μια φωτογραφία από τον γάμο του που στεκόταν καλογυαλισμένη στο κομοδίνο (επίσης Λουδοβίκου 14ου) δίπλα από την τηλεόραση. Αμέσως τον τύλιξε μια έντονη νοσταλγία, μια ανάγκη για αναζήτηση στο παρελθόν. Άρχισε να θυμάται και να αναπολεί. Έτσι, έσπευσε να ανοίξει ένα, σχεδόν 8 χρόνια, ξεχασμένο άλμπουμ. Είδε πράγματα που λαχταρούσε να ξαναζήσει και άλλα που είχε πλέον ξεχάσει. Ταξίδια σε Παρίσι και Νέα Υόρκη, φιλαρμονική Αυστρίας, μπάρμπεκιου στο εξοχικό του A, Sigel, τελετή έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων στην Ατλάντα το ’96 και διάφορα άλλα. Όταν τελείωσε το άλμπουμ, και επιμένοντας να νιώσει το παρελθόν δίπλα του, αποφάσισε να βγάλει ένα χαρτί και να γράψει ένα δοκίμιο, χωρίς να είναι σίγουρος για τον προορισμό του. Σκέφτηκε πολύ πριν πιάσει την πένα του. Το δύσκολο ήταν, πως μετά από τόσο καιρό, δεν είχε την ίδια άνεση στην ανεύρεση θέματος. Κι όμως, ύστερα από 40 περίπου λεπτά το βρήκε. «Άνθρωπος» έγραψε πάνω πάνω με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. Αυτό, λοιπόν, θα ήταν το θέμα του.

Προσπαθώντας να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του και να επινοήσει τον πρόλογο, ταράχτηκε. Ξαφνιάστηκε. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε κάτι παραπάνω από περιστασιακή λύπη και θυμό.

Μα γιατί αισθάνθηκε θλίψη; Γιατί αισθάνθηκε θλίψη τώρα, που μετά από 10 χρόνια είπε να γράψει ένα δοκίμιο για τον άνθρωπο; Δεν πέρασαν πάνω από λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει μόνος του την αιτία:

 Δεν είχε γνωρίσει ποτέ του τέτοιο πλάσμα…

Η σωτηρία κοιμάται στο μαξιλάρι σου…

Νυχτοπερπάτημα… Σκιές τριγύρω και θλιμμένα βλέμματα. Σφιγμένα χείλη από πρόσωπα μουχλιασμένα στην ψύξη να δείχνει 2011. Αιωρούμενα μπαλκόνια στις αυλές του αύριο, στης νύχτας την υποτακτική παρουσία.

Μην ψάχνεις άλλο, λέω…

Μην ψάχνεις άλλο.

Ελαιογραφίες, μπιγκ πόστερς και εκθαμβωτικά διαφημιστικά σποτ.

Μην ψάχνεις άλλο, λέω…

Μην ψάχνεις άλλο.

Η σωτηρία κοιμάται στο μαξιλάρι σου…

Οι κουρασμένοι χάνουν την μάχη… (Μπρεχτ)

Λες: Πολύ καιρό αγωνίστηκες. Δεν μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.

Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις.

Λες: Πολύ καιρό ήλπιζες. Δεν μπορείς άλλο πια να ελπίζεις. Ήλπιζες τi; Πως ο αγώνας θα ‘ναι εύκολος;

Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα.

Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του.
Οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.

Μπ. Μπρέχτ