Το Κοκκινόμαυρό σου Γέλιο

Φόρεσε πάλι το κοκκινόμαυρό του πέπλο και ξεκίνησε, γι’ άλλα μέρη κίνησε και βρήκε δυο καρδιές αναζωπύρωσης, πηγές κάποιας λάμψης που δεν γύρεψε όταν απ’ την αγκαλιά τους βγήκε…

Μέθυσε με λάβαρα στα χέρια και με τραγούδια αναγεννήθηκε Γέννησε αστέρια από του Κρόμγουελ ως τον τόπο σου και δεν ενοχλήθηκε το γέλιο…

«Θέλω να τ’ ακούσω» είχα φωνάξει ένα βράδυ.

Θέλω να του δώσω την μιλιά μου ν’ αγορεύσει…

Θέλω να σου δώσει απ’ το δέρμα μου σημάδι κι ας το μέσα στο θλιμμένο φόντο να χορέψει…

Το γέλιο…

Το κοκκινόμαυρό σου γέλιο…

Τραγούδα το Χθες

Ρώτα το τώρα, τραγούδα το χθες

όταν η καύτρα γίνει στάχτη

Μόνος μέσα στου πλήθους τη ράχη

υπάρχεις

σταμάτα να ψάχνεις αν φταις…

Οι ρητορείες σκοπεύουν στην παύση

οι μαθητές φοβισμένοι ρωτούν

με νιώτη στη τσάντα, αριστούχοι στη δράση

όταν οι καθηγητάδες σιωπούν…

Η Γοητεία της Σιωπής

    Η γοητεία της σιωπής είναι τόσο μεγάλη όσο και η γοητεία μιας ωραίας, γλυκιάς και ελκυστικής φωνής. Όταν όμως η ωραία, γλυκιά και ελκυστική αυτή φωνή βρίσκεται χαμένη στο άπειρο και ξεχασμένη σαν στάχτη μετά από λαίλαπα, καλύτερα να ακούς τη σιωπή. Μια σιωπή που ακόμα και μέσα στην ησυχία κραυγάζει και υπενθυμίζει την παρουσία της. Μια σιωπή που έχει ταλέντο στο να σώζει τους ανθρώπους και στο να εξημερώνει το άγριο. Μια σιωπή που ακόμα και ο μεγαλύτερός σου ήρωας δεν μπορεί  να την νικήσει και να της αντισταθεί. Αυτή η σιωπή έρχεται από τα βάθη ενός ανεξερεύνητου κόσμου κάπου στο χαμένο. Ενός κόσμου που ακόμα και ο μεγαλύτερος εξερευνητής δυσκολεύεται να ανακαλύψει. Αυτός ο κόσμος ονομάστηκε από κάποιους ψυχή. Αυτός ο κόσμος χαρακτηρίστηκε από κάποιους παράδεισος και από άλλους κόλαση. Εκεί ζουν άγγελοι που ανά πάσα στιγμή είναι δυνατόν να γίνουν οι χειρότεροι δαίμονες. Αυτή είναι η ψυχή. Όταν την βρεις ίσως να καταλάβεις τι έχανες. Όταν την βρεις ίσως να μ’ ακούσεις. Όταν την βρεις, τότε θα βρεις κι εμένα…