Τα πιο παράξενα Σονέτα (Στίχοι)

Μόνιμος κάτοικος της γης μητροπολιτικά επιζώντας, ανακτώντας δυνάμεις ακόμα και μέσα από σπόντας υπάρξεις, ακόμα και μέσα από επάλξεις που θα δεις μόνο όταν ζεις παντού και πάντα πολεμώντας. “Σπύρο κράτα”! Κράτα με πριν γίνουμε τροφή για τους οργανισμούς της λάσπης. Αν σ’ αγάπησα ποτέ μην με ξεχάσεις. Αν σε ένιωσα και μ’ ένιωσες σημαίνει πως θα χάσεις όσα χάνω όταν αυξάνονται οι αποστάσεις μεταξύ μας. Ανάμεσά μας κινούνται μορφές από το χθες που τώρα μοιάζουν μοχθηρές μίσους συσπάσεις. Πια δεν τάσσεται μαζί μας ο χρόνος που κυλάει σαν να θέλει να ξεφύγει από την όποια αντίρρησή μας. Πάνω από την κανονική ροή τα δευτερόλεπτα τρέχουνε ύπουλα, βαριά κι αμετανόητα. Αν δεν κατάλαβα καλά τι θες να πεις σταμάτα να μιλάς με πράξεις και λόγια ακατανόητα. Μαριονέτες με λυμένα πια τα χέρια και το πόδια τους βαδίζουν μέσα στα στενά της πόλης. Σου χαμογελάν μα σου δείχνουν τα δόντια τους. Εικόνες καθημερινής ζωής υπό επήρεια φορμόλης και παράνοιας, λήθης και άγνοιας. Το δίνω ακόμα κάτω από τον οχετό της επιφάνειας. Το δίνω ακόμα σαν να δίνω ολόκληρο τον εαυτό μου κι ας είμαι σήμα κατατεθέν αφάνειας.

Τα φώτα σβήνουνε κι είμαστε μόνοι μέσα στα πιο σκοτεινά και πιο παράξενα σονέτα. Μέσα απ’ της μυστικότητας τα αλλόκοτα σενάρια. Μέσα απ’ της αθωότητας την βρώμικη παλέτα.

Τα φώτα σβήνουνε όμως κάτι κάπου λάμπει, μην σ’ αγχώνει είναι τα λάθη που το παρελθόν προδίδουνε. Ειν’ το “συγγνώμη” και το “ευχαριστώ” που κάποτε βγήκαν από τα χείλη κάποιου πόνους ν’ απαλύνουνε. Κάποιο παιδικό χαμόγελο που κάποιους θύμωνε ή κάποια παιδική φωνή που κάποιος άλλος φίμωνε. Κάποιο κλάμα ενήλικου που στ’ αφτιά κάποιου σίμωνε μα δυστυχώς γι’ αυτόν τον κάποιο τίποτα δεν σήμαινε. Και τώρα κάτω από συλλαβές διστακτικές αναμφίβολα στιγμές σαν ερπετά κουβαριασμένες φτύνουν σάλιο στα πιο αλλόκοτα βουβά σονέτα γι’ αυτό κι οι γραμμές μου φαίνονται δηλητηριασμένες. Κρατώντας για το πρόσχημα ύφος εφιάλτη, φιλοδώρημα που σε μια στιγμή γίνεται απάτη. Είναι πρόβλημα που γλυκά μου κλείνει το ένα μάτι και περνάω στο χειροκρότημα αφού το ‘χεις τόση ανάγκη. Παίζει κόλλημα με την αλήθεια, σαν βελόνα μέσα στ’ άχυρα ψάχνω εμπιστοσύνη και αγάπη. Στο υπόμνημα γράψε πως Σπύρος σημαίνει λίγος μα ταυτόχρονα τόσο αυθεντικός όσο σοκάκι. Κι αν ακόμα καιν σαν μάγμα όσα στην καρδιά σου ή στο κορμί σου μένουν τραύματα σαν στάμπα, να θυμάσαι μπορείς να κάνεις τα πάντα. Δεν είναι ανάγκη να πιστεύεις σε θεούς για να πιστεύεις και στο θαύμα.

Τα φώτα σβήνουνε κι είμαστε μόνοι μέσα στα πιο σκοτεινά και πιο παράξενα σονέτα. Μέσα απ’ της μυστικότητας τα αλλόκοτα σενάρια. Μέσα απ’ της αθωότητας την βρώμικη παλέτα.

Νέο “promo” (ημιτελές) κομμάτι – Μέχρι το Τέλος (+Στίχοι)

Ένα promo κουπλέ από το ομώνυμο κομμάτι του cd που θα κυκλοφορήσει σύντομα (όπως το πάρει κανείς) και θα ονομάζεται “Μέχρι το Τέλος”.

Ηχογράφηση 2011, Στίχοι, μουσική: Ήρωας

Οι άνθρωποι φεύγουνε, οι άνθρωποι χάνονται
πίσω από μάσκες κρύβονται κι εκεί παύουν να αισθάνονται.
Ποιος είπε ότι μένουν αιώνια? Ξεφτίζουν σαν
σελίδες πάνω στο ράφι που μάθανε να κάθονται.
Παίρνουν μαζί τους σκέψεις σαν αποσκευές
μέσα σε βαλίτσες που μέχρι εχθές ήταν κενές.
Μην την ψάχνεις! Οι δρόμοι χωρίζουν κι απομακρύνονται.
Τι θες? Ποιος νοιάζεται αν φταίω ή αν φταις?
Σβήνονται σαν τα τσιγάρα στιγμές, δεν ακούω τι μου λες.
Τι? Σταματημένοι στις στροφές
όλοι μοιάζουνε. Ως πότε θα σωπαίνουν άραγε?
Ως πότε στην μάχη θα λεν “Μη μου τον ύπνο τάραττε”?
Οι πιο πολλοί πενθούν τους διπλανούς τους πριν πεθάνουνε,
χαμογελούν πάνω από πτώματα που ακόμα ανασάνουνε.
Ο πλανήτης γη υπό εξαφάνιση, στην άνιση
τροπή τροφή θα γίνει ο κόσμος όλος. Δεν μας φτάνουνε
στατικές ψυχών εντάσεις, υπολείμματα μένουν
κι αναθυμιάσεις αιωρούνται σε δωμάτια στεγνά,
δέσμες λευκού φωτός, μέρες από το παρελθόν
θυμίζουν βήματα προς την απάθεια.
Μη με κοιτάς αν δίνεις βάρος μόνο στ’ όνομα,
αν βλέπεις και ακούς πίσω απ’ τον γυάλινο γνώμονα.
100 μοίρες απότομα πήρες, όμως άλλοι κουβαλάν
για το τομάρι σου το σκότωμα. Θα σκότωνα!
Για χάρη σου θα σκότωνα! Για χάρη σου θα
πέθαινα και θα ξαναγεννιόμουνα. Για χάρη σου!
Καν΄το κομμάτι σου κι άσε με να πάρω ανάποδες από κει
που μάλλον θα ‘ρχόμουνα.
Οι ζωές μας σα φτερά μέσα στον άνεμο
πλανιούνται μεσ’ στον πάνικο, τρέχουνε πάνω κάτω,
τι κι αν άνετο με βλέπεις είναι που πολλές φορές
μ’ αυτό παλεύω να μένω πάντα θεμέλιο ασάλευτο.

Εικόνες είναι τα πάντα γι’ αυτό λένε πολλά
στίγματα αφήνει κάθε τι μοναδικά
στης πορείας μας τον μέχρι σήμερα λευκό καμβά
μετράμε αντίστροφα λεπτά μέχρι το τέλος

Τι να ‘ναι αυτό (Στίχοι)

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει;

Κάτι μας φτιάχνει ή μας πληγώνει.

Κάτι μας ρίχνει ή μας σηκώνει.

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει;

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει, τι να ‘ναι αυτό που ενώ μας ενώνει, μας κάνει να νιώθουμε μόνοι ή μας πληγώνει. Τι να ΄ναι αυτό που ενώ μας ρίχνει κάτω, μας πεισμώνει ν’ ανεβούμε και να πιάσουμε τιμόνι πάλι απ’ την αρχή, πιο δυνατοί – και ακόμη περισσότερο για την επιστροφή. Παίρνω φόρα μ’ ένα χαμόγελο που βρήκα τώρα κι αν τα δάκρυα είναι δώρα θα σε βγάλω στην βροχή να ξεδιπλώσω όλο το είναι μου μπροστά σου να βραχεί κάθε δείγμα λάθους – από πάνω μου να ξεπλυθεί. Τι κι αν κοντεύει η μέρα να τελειώσει, πάρ’ το σαν να κοντεύει να ξημερώσει νέο πρωί. Είμαι εκεί που κάθε όνειρο τρελό συναντάει έναν πρωταγωνιστή να μείνει στην μνήμη σου πριν να χαθεί. Είμαι εκεί που σαν λουλούδι ανθίζει το κάθε τραγούδι που ‘ρχεται για να σε βγάλει απ’ την σιωπή.

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει;

Κάτι μας φτιάχνει ή μας πληγώνει.

Κάτι μας ρίχνει ή μας σηκώνει.

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει;

Τι να ‘ναι αυτό που μας σκοτώνει μα ταυτόχρονα μ ‘ένα φιλί ζωής από την σκόνη μας σηκώνει. Τι να ‘ναι αυτό που μας κυκλώνει τον λαιμό σαν αγκαλιά και την ίδια στιγμή σαν θάνατος ζυγώνει. Κι αν εικονικά μοιάζουνε τα πάντα περιμένω 1000 λέξεις για να δω την φλόγα να ξαναφουντώνει. Κάνω ευχή κάτι να σε δυναμώνει, γι’ αυτό καλώ το κάθε πεφταστέρι μεσ’ στα χέρια σου να λιώνει. Οι καρδιές μας χορεύουνε σε γιορτινούς ρυθμούς και μεθάνε από όμορφες στιγμές, ταξιδεύουνε σ’ ηπείρους, χώρες, θάλασσες και τόπους μαγικούς, σε μέρη που το αύριο ερωτεύεται το χθες. Με μουσικές που στην φαντασία δίνουν ύλη και ζωή να γίνει πλάνο μπρος στα μάτια μας. Γίνε δυνατή φωνή μέσα στου κόσμου τη σιγή, γίνε στίχος και ταξίδεψε μαζί με τα κομμάτια μας.

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει;

Κάτι μας φτιάχνει ή μας πληγώνει.

Κάτι μας ρίχνει ή μας σηκώνει.

Τι να ‘ναι αυτό που μας ενώνει;

Τι να ‘ναι αυτό που μας κρυώνει το σώμα όταν παντού τριγύρω ο ήλιος τις ακτίνες του απλώνει. Τι να ‘ναι αυτό που μας θυμώνει κι όμως μέσα σε λίγα λεπτά από γαλήνη μας τυφλώνει. Ανασαίνω όσο ανασαίνεις, αντέχω όσο αντέχεις, γι’ αυτό μην το βάζεις κάτω, μην σωπαίνεις. Θα μιλάω όσο θέλω να μιλάς, παλεύω όσο δε τα παρατάς. Μ’ ακούς; ΜΗΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ. Το σώμα σου, το σώμα μου – παλάτια από άμμο που φτιάχτηκαν από μικρά παιδιά , μα δεν πέφτουνε. Κάτω από την άμμο φυτεμένη έχουν καρδιά από ατσάλι γιατί τούτα τα παιδιά να ζήσουν θέλουνε. Η παιδικότητα δεν έχει ηλικία, δεν χωράει σε κλουβί και δεν τρομάζει από αλυσίδες. Τι να ‘ναι αυτό που το παιδί μέσα σου σκότωσε και ενώ στεκόμουν δίπλα σου μου ‘πες πως δε με είδες.

Σινιάλο (στίχοι)

Πλησιάζουν τα χριστούγεννα και φέτος… Σε λίγο καιρό θα αρχίσουν να λάμπουν οι πόλεις με εκατομμύρια φωτάκια, να γεμίζουν οι εμπορικοί δρόμοι με γιορτινά χαμόγελα και να τριγυρίζουν πάνω κάτω φάτσες γεμάτες χαρά και γαλήνη…

Δεν νιώθουμε καμία γαλήνη… 

Μέσα στο κρύο παραλύω, ψάχνω για την απόδραση από το τρελοκομείο, δικοί μου αντίο. Τα χέρια γύρω μου κρυώσανε, πέσανε, νόμοι τα δέσανε στο εφετείο. Σκόνη πάνω σε λεπρούς ανθρώπους έχει πέσει όπως πέφτει το σκοτάδι κι η βροχή στα πεζοδρόμια, στους δρόμους που σχολείο είναι ότι αντέξει κάθε νους που στα εμπόδια πετάει το προσωπείο.

Οι σκιές είναι θρανίο για κάθε τολμηρό που ψάχνει λύση μες στης νύχτας το βιβλίο. Κι αν τα μάτια είναι σημείο, σταμάτα να αναζητάς προσβάσιμα σημεία είναι νεκρό πια το πεδίο. Δεν με κατηγορώ. Έχω μάθει να κοιτώ πίσω απ’ την πλάτη μου όταν μόνος περπατώ. Καχύποπτα κινούμαι στην πόλη που κατοικείς και κατοικώ, ασφυκτιώ. Είμαι έτοιμος για κάθε σκηνικό πάντα.

Ψυχές στοιβάζονται στα απόβλητα, τ’ αμάξια τρέχουν όλα πανικόβλητα, τα φώτα τους σινιάλο. Κι εγώ γαμώ να πιάνω πολλές φορές εμένα δίχως δεύτερη σκέψη και φόβο να το παρακάνω. Πες μου τι να φοβηθώ, πες μου που να κρατηθώ, πες μου από τον βυθό τρόπο ν’ ανασυρθώ. Πες μου τι να φοβηθώ, πες μου που να κρατηθώ, δείξε μου τρόπο να ξεφύγουμε από δω.

Με πνίγει που ‘ναι λίγοι να μπορώ να βασιστώ. Σαν τον ripu κι εγώ δεν ανήκω εδώ. Πες μου που να κρατηθώ, πες μου τι να φοβηθώ, βρες μου κάτι αληθινό να μπορέσω να πιαστώ. Βρες μου κάτι λογικό μέσα στον κόσμο αυτό, βρες μου κάτι να με κάνει για κάτι να προσπαθώ. Βρες μου κάτι μαγικό που να ‘ναι και ζωντανό να μην ζω στο παραμύθι αυτό, σοβαρολογώ.

Να μην ζω στο παραμύθι που καιρό έχει γίνει πια συνήθεια και το συνήθισα κι εγώ. Θα περιμένω. Ως το επόμενο σινιάλο.

Μην μου μιλάς, το κινητό μου είναι πομπός μέσα σε μέγαρα και ξέρουνε τι κάνω. Την φωνή μου χάνω μεσ’ στα παράσιτα κι αντίλαλο απ’ τα λόγια μου πίσω στ’ ακουστικό μου λαμβάνω. Χρεωμένος μεσ’ στο λούκι τυγχάνω, έξω απ’ το πλάνο που φτιάχτηκε βάσει των συμφερόντων από πάνω. Δεν σε πιάνω ρε! Αφού δεν σ’ έπιασα ποτέ να λες “φτάνει μέχρι εδώ, είναι καιρός να ανασάνω”.

Αν νιώθεις ασφαλής με την ασφάλεια ανθρωπάκο χαμογέλα και περίμενε απλά τον θάνατό σου. Έτσι σε θέλουνε! Ο κάθε στόχος και σκοπός σου να ταυτίζεται με το να καβατζώνεται ο εαυτός σου. Το δεύτερο πρόσωπό σου να προβάλλεις σε κάθε καλημέρα που θα πεις στον διπλανό σου, συγκεντρώσου. Έρχονται μέρες που θ’ ανέβει ο πυρετός σου πιο ψηλά απ’ όσο το επιτόκιο στο δάνειό σου. Προσγειώσου!

Οι άνθρωποι ψάχνουνε διέξοδο να φύγουν απ’ το σύστημα που μοιάζει μηχανή κι αυτοί γρανάζια. Καταλήγουνε σε χάπια, σε βελόνες και σοκάκια κι εσύ απλά στολίζεις το μπαλκόνι σου με φωτάκια. Πες μου πως αισθάνεσαι όταν βλέπεις ζητιάνους και κουβαλάς χίλιες σακούλες με πανάκριβα συνολάκια. Πες μου πως νιώθεις όταν τ’ ακουμπάς στην Τσιμισκή ενώ πιο πάνω 12χρονα κοιμούνται σε παγκάκια.

Γυναίκες στην Μοναστηρίου πουλάνε το σώμα τους για φράγκα. Νταβάδες και μπάτσοι κάνουν κουμάντα. Δεν είναι εκεί τα μπουρδέλα, είναι σε Άνω Πόλη, Αριστοτέλους, Συκιές, δηλαδή σε κάθε τμήμα μάγκα. Πρεζάκια ακόμα στην τράκα, παιδιά με χαρτομάντιλα κι ακορντεόν σουλάτσα στην πιάτσα που κάποιοι βρίσκονται για μεροκάματο και κάποιοι άλλοι για την πλάκα. Μπήκες; Καλά Χριστούγεννα μαλάκα…

 

Ταινίες Τρόμου… [Μέχρι το Τέλος]

Ταινίες τρόμου, ταινίες στην απόχρωση του δρόμου αντικατοπτρίζονται μεσ’ στο στυλό μου ανά μονάδα γόνου, ανά μονάδα ψέματος κι αλήθειας εξισορροπώ στην γη τον εαυτό μου.

Είναι πέρασμα απ’ τ’ όνειρο στο λάθος, κατά βάθος όμως είναι όνειρο που το τσακίζει η κάτω γνάθος.

Είναι αμονταριστά κινηματογραφικά σενάρια που σάρκα αποκτούν στο πρόσωπό μου…

(“Ταινίες Τρόμου” από το Μέχρι το Τέλος)