Δρόμοι του hip hop στην Αθήνα (Κουβεντιάζοντας με τον Παράξενο)

Η παρούσα “συνέντευξη” είναι αναδημοσίευση από το Έντυπο Barricada Antifa  το οποίο κυκλοφορεί σε ανοιχτούς κοινωνικούς χώρους της Ελλάδας καθώς και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία με αντίτιμο κόστους 1,5 ευρώ. Μετά το 1ο Antifa Live, που πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαρτίου 2012 στην Αθήνα (Ξύλινο στέκι Καλών Τεχνών), οι συντάκτες του Barricada θέλησαν να παρουσιάσουν μια ιστορική αναδρομή του Hip Hop στους δρόμους της Αθήνας μέσα από τις εμπειρίες του Παράξενου.

Το site του Barricada Antifa (καθώς και πολλών άλλων σημοδιεύσεων και εντύπων των αυτόνομων): Αυτονομία

Για όσους δεν γνωρίζουν τον Παράξενο, ορίστε μία γεύση:

[...Ακολουθεί αυτούσιο το κείμενο της κουβέντας...]

Τον Παράξενο κάποιοι τον γνωρίζαμε από παλιά. Κάποιοι άλλοι τον γνωρίσαμε με αφορμή το antifa live στην Καλών Τεχνών. Κάπως έτσι βρέθηκαμε και μιλήσαμε για το πώς εκείνος θυμάται και βλέπει κάποιες από τις διαδρομές του hip hop στην Αθήνα. Μερικές απ’ αυτές τις κουβέντες μας φάνηκαν άξιες λόγου και τις κρατήσαμε. Μεταφέρονται σχεδόν αυτούσιες παρακάτω. Στην κουβέντα, μαζί με τον Παράξενο, είναι ο Μήτσος κι ο Κώστας.

Δρόμοι του hip hop στην Αθήνα

Κ: Ας ξεκινήσουμε από το πώς έμπλεξες με το hip hop;

Π: Στο δημοτικό, αρχές δεκαετίας ’90, ένας συμμαθητής μου είχε φέρει μαζί του από τη γαλλία μια κασέτα MC Hammer. Ακούγοντας την λοιπόν, όλοι όσοι ήμασταν στην παρέα κολλήσαμε, και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε αυτό το μουσικό είδος για το οποίο δεν ξέραμε τίποτα. Τις επόμενες μέρες πήγα σ’ ένα δισκάδικο στην Πλ. Κολιάτσου κι αγόρασα και δική μου κασέτα MC Hammer. Ήδη εκείνη την εποχή στη Γαλλία υπήρχε hip hop σκηνή με βασικούς εκποροσώπους τους NTM και τους IAM. Eπιπλέον έπαιξε ρόλο το ότι επειδή ήξερα γαλλικά μπορούσα να ακούω πολύ γαλλικό hip hop. Πρώτοι μου γαλλικοί δίσκοι ήταν των IAM το “Ombre est lumière” και των ΝΤΜ το “Paris sous le bomb”, και εντάξει, ήμουν με τα ακουστικά από το πρωί ως το βράδυ.

M: Ήξερες τόσο καλά γαλλικά από μικρός;

Π: Ναι, διότι έχω γεννηθεί στο Λίβανο απ’όπου κατάγονται οι γονείς μου και ήρθαμε στην Ελλάδα τέλη δεκαετίας του ’80. Η Γαλλία κατά τη γνώμη μου είναι  πολύ μεγάλη σχολή και έχει δώσει πολλά στο hip hop. Ένα άλλο ήταν πως γούσταρα επίσης πολύ το μπάσκετ που κι αυτό ήταν τότε συνδεδεμένο με την hip hop κουλτούρα κάπως, τουλάχιστον όπως εμείς την αντιλαμβανόμασταν. Τέλος πάντων αυτή ήταν ας πούμε η πρώτη επαφή μου και κάπως έτσι άρχισα να γράφω. Νομίζω πως οποιοσδήποτε ακούει hip hop, του σκάει κάποια στιγμή στη ζωή του να γράψει για κάτι. Γι’ αυτό και δε μου κάνει εντύπωση το πλήθος του κόσμου που ασχολείται. Στο hip hop τώρα το 95% των ακροατών (στο underground κομμάτι του), τραγουδάει κιόλας. Κάπως έτσι κι έγω άρχισα να γράφω. Στα θρανία, στους τοίχους και όπου έβρισκα, προσπαθούσα να αφήνω το στίγμα μου και τις σκέψεις μου.

Κ: Και πώς προχώρησε η ιστορία;

Π: Εγώ ξεκίνησα να γράφω μόνος μου. Είχα φτιάξει αρκετά κομμάτια, αλλά ποτέ δεν τα μοιράστηκα με πολύ κόσμο. Στην πορεία γνωρίστηκα με τον Μανώλη (Μυστήριο ή αλλιως mc Yinka). Μέναμε στην ίδια γειτονιά, και κάναμε παρέα αρκετά ώσπου κάποια στιγμή είπαμε να κάνουμε κάνα κομμάτι μαζί κι έτσι γεννήθηκαν οι «Παράγοντες». Μεγάλη ιστορία για μένα, μεγάλο ταξίδι που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου και είναι μεγάλο μέρος της μουσικής μου ιστορίας. Ένα ταξίδι που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, βαδίζοντας πάντα με τους δικούς μας αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς. Εμπειρίες, μαθήματα και πολλά μουσικά πειράματα μας οδήγησαν στις Αντίξοες παραγωγές. Μια μουσική συνεργασία με τους FFC, τα Αντίποινα και τον Eκπτωτο Άγιο από Aνάφλεξη. Εδώ και αρκετό καιρό δουλεύω την προσωπική μου δουλειά..

Μ: Ναι, έλεγε ο Κώστας ότι σου έχει πάρει καιρό…

Π: Για μένα έτσι είναι η μουσική. Είναι ένα ισόβιο ταξίδι προς τον κόσμο που ονειρεύομαι και πρέπει να το πας και να σε πάει. Δεν μπορείς να το πιέσεις. Άμα δεν έχω κάτι να πω, γιατί να ψάξω να βρω κάτι να πω; Θα γράψω όταν θα νιώσω κάτι. Για μένα αυτό είναι το hip hop. Να βλέπεις, να νιώθεις, να θες να μοιραστείς και να κάτσεις να γράψεις. Να γράφω συνεχώς μόνο και μόνο για να είμαι στην επικαιρότητα είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει και δεν με ενδιέφερε ποτέ. Ούτε τα φώτα της δημοσιότητας γουστάρω, ούτε να παίζω σε πεντακόσια live το χρόνο. Για μένα το hip hop είναι ένα ταξίδι σ’ ένα μέρος που βασιλεύει η ελευθερία, η αλληλεγγύη και η ισότητα. Είναι ένας ακόμα τρόπος να αγωνίζομαι για τον κόσμο που ονειρεύομαι, ένας τρόπος να φωνάζω και να αγωνίζομαι.

Μ: Αυτό όμως, ειδικά εκείνη την εποχή δε συνέβη μόνο σε σένα.

Π: Ναι, στα μέσα της δεκαετίας του 90’ πιστεύω άρχισε να διαδίδεται αρκετά το hip hop στην ελλάδα. Εκείνη την εποχή του “Σ’ άλλη διάσταση“ από FFC, του «Η πόλις εάλω» απο txc και των active member. Δεν ήταν τόσοι πολλοί οι χιπχοπάδες τότε όπως τώρα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο περισσότερος κόσμος να γνωρίζεται μεταξύ του. Φόραγες ας πούμε τα φαρδιά σου παντελόνια και σε δείχναν στο δρόμο με το δάχτυλο. Ήσουν και ένιωθες διαφορετικός. Ειδικά αν άκουγες σωστό hip hop που να σου μιλάει στη καρδιά, όλα ήταν διαφορετικά.

Μ: Τι εννοείς σωστό;

Π: Μιλάω περισσότερο για τον στίχο. Άμα άκουγες σωστό hip hop έμπαινες στη διαδικασία να σκεφτείς, να αναρωτηθείς, να προβληματιστείς για το τι παίζει. Ας πούμε για το ρατσισμό στην Αμερική, για το ρατσισμό στη γειτονιά σου και άλλα..

Κ: Το «Ασανσέρ» έχω ακούσει ότι ήταν πολύ ζωντανή ιστορία.

Π: Κοίτα, ήταν απο τα λίγα μαγαζιά που παίζαν τη μουσική μας τότε. Ηταν και στη γειτονιά μου (Κυψέλη) και έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις απο εκείνες τις εποχές. Έπαιζε ωραία underground μουσική, freestyle battling κλπ ανοιχτά μικρόφωνα.. Ήταν άλλες εποχές, ο κόσμος την έψαχνε πολύ με τη μουσική και κόπιαζε γι’ αυτήν. Άκουγες ένα κομμάτι κι έπρεπε να ρωτήσεις, να ψάξεις, να μάθεις, καθότι δεν έπαιζε και internet και τέτοια πράγματα. Μάζευες ένα μήνα λεφτά για ν’ αγοράσεις ένα cd κι όταν το έπαιρνες κλεινόσουνα σπίτι να το ακούσεις με πολύ μεγάλη προσοχή, να το μελετήσεις. Μελετούσες τους στίχους, τη μουσική, το γιατί έλεγε ό,τι έλεγε, ήθελε αγώνα για να μάθεις και να ενημερωθείς. Κι αυτό δε συνέβαινε επειδή έσκαγες τα φράγκα γι’ αυτό. Αλλά επειδή από κάθε άποψη κόπιαζες, πόναγες γι’ αυτό. Τώρα ας πούμε μπορεί να κατεβάζεις σαράντα δίσκους και να λες «εντάξει, θα τους ακούσω».

Μ: Κατεβάζεις εσύ;

Π: Να σου πω την αλήθεια τώρα δεν έχω internet. Όταν είχα, κατέβαζα, αλλά δεν τα άκουγα όλα. Κι ένα θέμα μ’ αυτή τη διαδικασία είναι πως κατεβάζεις, κατεβάζεις και στο τέλος είτε ακούς λίγα απ’ αυτά είτε χάνεσαι μέσα σ’ αυτά.

Μ: Για να γυρίσουμε πίσω· στο «Ασανσέρ» όμως δεν χανόσουνα. Ήταν σημείο συνάντησης για την hip hop κοινότητα…

Π: Τότε δεν υπήρχε αυτή η ανωνυμία του διαδικτύου που υπάρχει τώρα ας πούμε. Γνωριζόντουσαν όλοι και όταν υπήρχε κόντρα, η κόντρα αυτή ήταν πρόσωπο με πρόσωπο. Το «Ασανσέρ» ήταν μια φάση που άλλες βραδιές μαζευόταν ο hip hop κόσμος κι άλλες Αφρικανοί που έκαναν τις δικές τους φάσεις. Και καθώς ο χρόνος κυλούσε, αυτός ο κόσμος ερχόταν όλο και πιο κοντά. Παιδιά από πολλές γειτονιές της Αθήνας και απ’ όλες τις χώρες του κόσμου θα έλεγα. Υπήρχαν πολλά παιδιά από την Αλβανία, από Αφρική, από αραβικές χώρες, από οπουδήποτε..

Κ: Παίζαν και σκηνικά με φασίστες;

Π: Έπαιζαν αρκετά σκηνικά. Φασαρίες, ξυλίκια, και άλλα τέτοια… Τότε στο  χιπχοπ δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή υπόνοια για ρατσισμό ανάμεσα μας. Το τελευταίο που είχε σημασία ήταν το από που ήσουνα, το χρώμα σου κλπ. Εκείνα τα χρόνια το hip hop ήταν τελείως “antifa”, με την ευρύτερη έννοια..

Κ: Αυτό που έλεγες στην αρχή για το σωστό hip hop πώς άρχισες να το σχηματοποιείς στο κεφάλι σου;

Π: Κοίτα, στα πιο πολλά παλιά κομμάτια ήταν ο mc που ήθελε να πει την ιστορία του. “Είμαι από αυτή τη γειτονιά και περνάω αυτό κλπ”. Και ήθελες να πεις κι εσύ την ιστορία σου. Ό,τι με άγγιζε στη καρδιά και με έκανε να σκεφτώ θεωρούσα σωστό και ωραίο hip hop. Παρότι κι εγώ γούσταρα και έδινα βάση στο πως χώνει ο ένας mc ή ο άλλος, πώς ρολλάρει, πόσο ρυθμικός είναι και πώς πάταγε πάνω στο μέτρο, αυτό που με συνάρπαζε ήταν αυτά που είχε να πει για την καθημερινή ζωή..

Μ: Είναι αυτό που είχε πει ο Chuck D το ’92, μετά την εξέγερση στο L.A. πως «το hip hop είναι το CNN της μαύρης κοινότητας».

Π: Αυτό ισχύει, γιατί εμείς τότε μαθαίναμε τι συμβαίνει στη μαύρη κοινότητα ή για όποια άλλη αντίστοιχη μέσα από το hip hop, τη μουσική και τους στίχους. Και τελικά αυτό είναι το hip hop. Να μοιράζεσαι την αληθειά σου, την ιστορία σου και να μιλάς για αυτό που συμβαίνει με ειλικρίνεια.

Μ: Ειλικρίνεια, είπες την κατάλληλη λέξη.

Π: Το λέω γιατί εμένα μου τη σπάει να ακούω τον άλλο να μιλάει για πράγματα που δεν ξέρει και που τα αγνοεί. Δε γίνεται να λες «είμαι στη σκατίλα» και να ζεις στην κυρίλα. Είναι άλλο πράγμα να την παρατηρείς και να την αναδεικνύεις, κι άλλο να προσποιείσαι ότι τη ζεις για τους χ και ψ λόγους (συνήθως εμπορικούς)… Γιατί άμα εσύ που δε τη ζεις λες τόσα, ο άλλος που τη ζει τι να πει ρε φίλε; Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως όλοι πρέπει να ζουν στο ζόφο αλλά καλό είναι να είμαστε ο εαυτός μας και να μην προσποιούμαστε..

Μ: Όπως λένε «τους γονείς δεν τους διαλέγουμε αλλά τη ζωή μας πρέπει να τη διαλέγουμε». Όπως κάτι παρέες πιτσιρικάδων από το Πέραμα, 15-16 χρονών, που ήρθαν στο live. Έκαναν μια επιλογή αυτοί οι μάγκες. Ρώτησαν, έψαξαν, έμαθαν κι ήρθαν μέχρι την Καλών Τεχνών πιθανά γνωρίζοντας και τη φάση που είχε παίξει με τους φασίστες στην Καλλιθέα.

Π: Ναι κι αυτή μια επιλογή είναι. Και μια που είπες για το live θέλω να πω δυο κουβέντες γιατί δεν έχουμε αναφερθεί. Για μένα αυτά τα live έχουν νόημα γιατί υποστηρίζεις ένα σκοπό, μια φάση ουσιαστική. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα που έπαιξα σ’αυτή τη συναυλία και το είπα κι όταν ανέβηκα να παίξω. Εμένα με εκφράζει αυτό και γούσταρα που ο κόσμος ήταν συνειδητοποιημένος με λόγο ύπαρξης εκεί πέρα. Ήταν από κάτω και σε κοίταζε στα μάτια, σε καταλάβαινε, σε ένιωθε, σε άκουγε. Ακόμη κι αν δε συμφωνούσε 100% με αυτά που έλεγες, ήταν εκεί να ακούσει αυτά που λες και όχι μόνο να κριτικάρει αν τραγουδάς καλά ή όχι… Και προσωπικά σαν άνθρωπος που παίζει μουσική, το συναίσθημα που σου μένει μετά από μια τέτοια συναυλία δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο. Μπορεί να παίζεις με 50, 100, 300 ανθρώπους, που στην Καλών Τεχνών ήταν πολύ παραπάνω, αλλά  το θέμα είναι πως όσοι είναι εκεί βρίσκονται για να σε ακούσουν, να σε νοιώσουν και να ταξιδέψουν μαζί σου… Τέτοια live πρέπει να κάνουμε, να έρχεται κοντά ο κόσμος και να πολεμάει το φόβο.

Κ: Εμείς λέμε πως θα κάνουμε…

Π: Σας πιστεύω. Ευχαριστώ πολύ για τη κουβέντα και τους χαιρετισμούς μου σε όλους όσους αγωνίζονται καθημερινά με τιμή και αξιοπρέπεια.

Η όπερα της πεντάρας ή των εκατομμυρίων;;;

Πριν δυο-τρεις βδομάδες μάθαμε πως παίζεται “Η όπερα της πεντάρας” του Μπρέχτ στο δημοτικό θέατρο Καλαμαριάς με γενική είσοδο: 5 ευρώ. Φυσικά, γνωρίζοντας πως οι τιμές των θεάτρων κυμαίνονται από 15 έως 20 ευρώ στην πλειοψηφία τους, δεν θα χάναμε την ευκαιρία να δούμε ένα τουλάχιστον αξίολογο έργο με τόσο χαμηλό εισητήριο σε σχέση με τα συνηθισμένα. Φτάνοντας στο δημοτικό θέατρο “Μελίνα Μερκούρη” αντικρίσαμε μια αρκετά μεγάλη ουρά θεατρόφιλων, κυρίως μεγαλύτερων ηλικιών. Η εμφάνιση των εν λόγω ανθρώπων πρόδιδε την αναμφισβήτητα καλή τους οικονομική κατάσταση. Εντάξει, δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα αφού ξέρω και ξέρουμε πως οι τέτοιου είδους τέχνες προσελκύουν την καλή κοινωνία.

 Πληροφοριακά το έργο επικεντρώνεται σε ιστορίες της αστικής τάξης του Λονδίνου και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, έντονη κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα που εμπορικοποιεί ακόμα και την ελεημοσύνη. Γενικά είναι ένα έργο με ισχυρά ταξικά μηνύματα και βροχή από σημεία κοινωνικού ανταγωνισμού. Έτσι κι αλλιώς ο Μπρεχτ ήταν γνωστός για την πολιτική διάσταση που έδινε στην τέχνη του.

Για να μη μακρυγορώ… φτάνουμε κάπου στο τέλος του έργου όπου ο πρωταγωνιστής, ο οποίος παίζει τον ρόλο ενός λήστη, μονολογεί κάτω από την κρεμάλα που του έχει επιβληθεί ως θανατική ποινή. Στον μονόλογό του ακούγονται φράσεις όπως “Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυσή της?” και “Εγώ σκοτώνω για να μη με σκοτώσουν και τώρα με εκτελούν. Αυτούς που σκοτώνουν για να κερδίσουν τους κάνουν αγάλματα“. Διάσπαρτα, μέσα στην αίθουσα, ακούγονται χειροκροτήματα και “μπράβο” από τα στόματα των θεατών που δεν είναι άλλοι από αυτούς που περίεγραψα στην αρχή. Προφανώς οι συγκεκριμένες κινήσεις ενθουσιασμού αφορούσαν τις φράσεις που ακούστηκαν και όχι το υποκριτικό ταλέντο του ηθοποιού (που παρεπιπτόντως ήταν μια χαρά). Κι έρχομαι εγώ να ρωτήσω: ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΑΣ;;;

Πάντα πίστευα πως ο χώρος της τέχνης είναι αλλόκοτος. Αλλά τόσο; Η ελίτ του κοινωνικού λόμπι να χειροκροτεί και να επευφημεί την ληστεία μιας τράπεζας; Η αστική τάξη να ψιθυρίζει “πεσ’ τα” όταν ο ληστής λέει “Εγώ σκοτώνω για να μη με σκοτώσουν και τώρα με εκτελούν. Αυτούς που σκοτώνουν για να κερδίσουν τους κάνουν αγάλματα“; Εντάξει να δεχτώ την σχεδόν ανώριμη άποψη που λέει πως η οικονομική κατάσταση δεν επηρεάζει ούτε επηρεάζεται από την συνείδηση. Αλλά θα είχες την ίδια συνείδηση, κύριε και κυρία, αν μάθαινες για κάποιον άνθρωπο της διπλανής σου πόρτας ότι ληστεύει τράπεζες; Θα του έλεγες “μπράβο“; Θα χειροκροτούσες αν έβλεπες κάποιον να χορεύει πάνω από το πτώμα ενός βάρβαρου εξουσιαστή; Μάλλον όχι…

Γι’ αυτό θεατρόφιλε φίλε μου, καλό θα ήταν να σκέφτεσαι τι βλέπεις και τι χειροκροτάς. Να σκέφτεσαι τι ενστερνίζεσαι και τι όχι. Εκτός και αν η συνείδησή σου φτάνει μέχρι την πόρτα του θεάτρου κατά την έξοδό σου. Εκτός και αν τα επαναστατικά σου ένστικτα φτάνουν μέχρι να τραγουδήσεις το “Σιγά μην κλάψω” του Αγγελάκα και το “Φυσάει Κόντρα” των Active Member έχοντας σηκωμένη την γροθιά σου σε κάποια συναυλία τους. Ετκός και αν η οργή σου, όπως και τα σάλια σου, φτάνει μέχρι το τζάμι της τηλεόρασης που καθημερινά στολίζεις με κοσμιτικά επίθετα παραβλέποντας το γεγονός ότι αυτό που βρίζεις είναι απλά η εικόνα του ανθρώπου που σε έχει εξοργίσει.

Και αν για όλα τα παραπάνω δεν σε φοβίζει η αξιοπρέπειά σου, σκέψου πως θα ‘ταν αν υπήρχαν καταστασιακοί…

Τέχνη για την τέχνη; Όχι, ευχαριστώ!

(ΥΓ: Ξέρω πως ελάχιστοι κατέχουν πλέον εκατομμύρια, οπότε μην βιαστείς να κριτικάρεις τον τίτλο.)

Θέλεις σύγκρουση μωρό μου;

[Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο από Against.com]


Πόσα χρόνια ακόμη θα βλέπω το ίδιο ρεπορτάζ σε διακαναλικές διασκευές; Μεσήλικες στη λαϊκή να απευθύνονται οργισμένοι στις κάμερες λέγοντας πως «θα μπούμε στη Βουλή», υπάλληλοι γραφείων που συνωμοτούν την ώρα του καφέ κάτω από τη μύτη του προϊστάμενου, μιλώντας για την απεργία που θα ήθελαν να κάνουν αλλά δεν μπορούν λόγω δανείων και πιστωτικών καρτών, χιλιάδες διαδηλωτών να στρέφουν τις ανοιχτές παλάμες στο κοινοβούλιο ελπίζοντας σε «μια νύχτα μαγική, σαν την Αργεντινή» και άλλοι, εργάτες οργισμένοι, να την περιφρουρούν γιατί αυτοί μόνο ξέρουν να διαμαρτύρονται όπως πρέπει.
Οι επαναστάτες του facebook, εγκλωβισμένοι στο μικρόκοσμο της διαδικτυακής εκτόνωσης να εξυβρίζουν νύχτα-μέρα πολιτικούς, δημοσιογράφους και «αντίπαλους» bloggers… Διανοούμενοι της ξύλινης γλώσσας να γράφουν νέα μανιφέστο αναμασώντας σαν τσίχλα νεκρές κουβέντες, σκονισμένες από την πολυετή κι ανέξοδη χρήση. Το κεντρικό δελτίο των ειδήσεων να μιλά για «τεμπέληδες και ανεύθυνους πολίτες», για τον εθνικό διασυρμό και την «αμαύρωση της εικόνας της χώρας μας στο εξωτερικό» ενώ η απάθεια φουντώνει κάθε μέρα όλο και περισσότερο, φουντώνει κάτω από τα σενάρια θεωριών συνωμοσίας που μεταδίδουν εκπομπές που ξαφνικά ανακάλυψαν τα μυστικά των κυβερνήσεων που δεν τα έβλεπε ούτε ο ήλιος, πως για όλα φταίνε οι Εβραίοι και οι μετανάστες (αμέτρητες στρατιές να καταριούνται τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, που σαν μια πανούκλα χειρότερη και από εκείνη του 14ου αιώνα, απειλεί να αφανίσει το έθνος, τα έθνη και ολόκληρη την ανθρωπότητα), και ο Λαζόπουλος να κατευνάζει τα πλήθη που «επιθυμούν εξέγερση». Έτσι αποχαυνωμένοι όλοι στον ηδονισμό της τηλεκατανάλωσης, αναζητούν διεξόδους, αλλά ανοίγουν την ίδια στιγμή νέους λαβυρίνθους, δίχως εναισθησία. Άλλοι, τέλος, συμβιβάζονται με την ιδέα της «κινεζοποίησης» και ψάχνουν λύσεις ώστε να εξασφαλίσουν τα παιδιά τους, στέλνοντάς τα είτε στην Ευρώπη, είτε στην Αυστραλία. Στ’ αλήθεια, θέλεις σύγκρουση μωρό μου;
Όταν έρχεται η ώρα της σύγκρουσης, όμως… τότε γίνεσαι «πράος», σκεπτικιστής και «καθώς πρέπει». Τότε οι συγκρουσιακοί γίνονται είτε κουκουλοφόροι, παρακρατικοί και υποκινούμενοι, είτε απλώς πλιατσικολόγοι και καταστροφικοί για το «κίνημα» που θέλεις, το «κίνημα» που ονειρεύεσαι, που μπορεί να μπει στη Βαστίλη χωρίς να ρισκάρει απολύτως τίποτα. Νοσταλγείς το 2004 με την πολυχρωμία της εορταστικής πρωτεύουσας, τους χαζεμένους τουρίστες και το ξένοιαστο καλοκαίρι – εκείνες τις 24 ημέρες αδείας μετ’ επιδόματος που χάθηκαν για πάντα.
Στ’ αλήθεια, πόσο πολύ φοβάσαι τελικά; Ζητάς ένα «στέρεο έδαφος», έστω κι αν αυτό σημαίνει εκμετάλλευση, στέρηση, περιορισμό της δημοκρατίας, ιδιώτευση και (αυτο)λογοκρισία. Κι αν ξεβολευτείς απ’ τον καναπέ, θα είναι για μια ειρηνική βόλτα στους δρόμους της πόλης, ώστε να κάνεις τι; Να δείξεις πως αντιδράς και διαμαρτύρεσαι… Σε ποιούς; Σ’ αυτούς που δεν δίστασαν να δώσουν εντολή επίθεσης στην κοινωνία την 15η και την 29η του Ιούνη; Ώστε να κάνουν τι; Να σε λυπηθούν ή να δώσουν σημασία στα δίκαια αιτήματα σου; Εκτός κι αν το κάνεις για να λες πως ήσουν εκεί, πίσω, έτοιμος ν’ αντισταθείς αλλά όχι και συγκρουόμενος ! – προς θεού – το κίνημα δεν πρέπει να αμυνθεί γιατί θα διώξει αυτούς που μόλις ήρθαν: «κάντε καθιστική διαμαρτυρία – εγώ πάω για καφέ και έρχομαι να πιάσω θέση» ή «ας φτιάξουμε ένα κόμμα για ν’ αλώσουμε το σύστημα από τα μέσα» ή «καλύτερα να μην κλείνουμε τους δρόμους και εμποδίζουμε την κυκλοφορία, ζημιώνεται και η αγορά, καταστρέφεται και η εικόνα της χώρας στο εξωτερικό». Περιμένεις λες «τον θεό να μας σώσει»… Πού ήταν ο θεός να βοηθήσει τους Κομμουνάρους, τους Κρονστανδιώτες, τους Ισπανούς; Ο θεός πέθανε! Γιατί πέθανες κι εσύ! Δεν ζεις πλέον, παρά μόνο επιβιώνεις!
Σου έχουν κηρύξει πόλεμο και σου ζητάνε να τηρήσεις την ειρήνη. Θα συνεχίσεις, λοιπόν, ν’ αναζητάς την τέλεια θεωρία για την επόμενη ημέρα, ή θα επιδιώξεις να φτιάξεις εσύ τη μέρα, ώρα προς ώρα, μέσα από τη δράση; Πες μας τον τρόπο, πες μας πώς το σκέφτεσαι εσύ, έλα μαζί μας ή να ‘ ρθουμε εμείς, αλλά μην μας ζητάς μια συνδρομή για την οργάνωση, μην έρχεσαι και φεύγεις συνέχεια, μην σιωπάς και μην μιλάς ασταμάτητα. Μην περιμένεις ότι θα μας συγκινήσεις δημοσιεύοντας το δράμα των θυμάτων της καταστολής. Σκέψου μόνο ότι μπορεί να’ ρθει η σειρά σου.
Για πες μας εσύ: πώς θα υπάρξει ειρήνη χωρίς ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη; (Αλλά αυτός ο καθρέφτης ποτέ δεν απαντά – μας κοιτάζει ένα αμήχανο είδωλο και μοιάζουμε και οι δυο με μαριονέτες).

Συγγραφή: Efor, Julien Febvre Ian Delta